4/24/26
Κοινωνικοποίηση και κοινωνικά στερεότυπα
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Κατά την κοινωνικοποίηση, συντελείται η διαδικασία ταύτισης του βιολογικού μας φύλου με το κοινωνικό. ¾ Τι είναι “κοινωνικοποίηση”; Είναι η διαδικασία με την οποία τα άτομα ως μέλη μιας κοινωνίας μαθαίνουν τις κοινωνικές αξίες και τους κοινωνικούς κανόνες της συγκεκριμένης κοινωνίας. Είναι ο τρόπος με τον οποίον το άτομο ενσωματώνεται στην κοινωνία του κι εντάσσεται στην κουλτούρα του. Μέσω της κοινωνικοποίησης, το κάθε άτομο αποκτά την κοινωνική κληρονομιά που του μεταβιβάζεται. ¾ Γιατί είναι τόσο σημαντική διαδικασία; (1) Γιατί εξασφαλίζει την ομαλή ένταξη του κάθε ατόμου στην κοινωνία. Το κάθε άτομο μαθαίνει να συμπεριφέρεται σε κάθε περίπτωση ανάλογα με την κοινωνική του θέση. (2) Γιατί διατηρεί την κοινωνική συνοχή και την ομαλή (εύρυθμη) λειτουργία της κάθε κοινωνίας (του ισχύοντος δηλ. κοινωνικού συστήματος).
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ; Ποιος ή ποιοι κοινωνικοποιούν και έχουν αναλάβει τη μετάδοση των στοιχείων της κουλτούρας; Βασικοί Φορείς Κοινωνικοποίησης: (1) Οικογένεια (2) Σχολείο (3) Θρησκεία (4) Κράτος Δευτερεύοντες Φορείς Κοινωνικοποίησης: (1) Μ.Μ.Ε. (2) Ομάδες συνομηλίκων ή ομηλίκων (= φίλοι) (3) Γείτονες (4) Εργασιακό περιβάλλον (συνάδελφοι, κτλ) Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους βασικούς και δευτερεύοντες φορείς κοινωνικοποίησης: Οι βασικοί φορείς έχουν σαν σκοπό τους τη μεθοδική και συστηματική μετάδοση αξιών, κανόνων, και γενικά όλων των στοιχείων της κυρίαρχης κουλτούρας (το σχολείο π.χ. αναλαμβάνει τον ρόλο της διαπαιδαγώγησης, ενώ σε παλαιότερες κοινωνίες, υπήρχε ο θεσμός της μαθητείας), ενώ οι δευτερεύοντες φορείς απλώς μεταδίδουν μηνύματα και επιβάλλουν πρότυπα στα άτομα-μέλη.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ Συστηματικές διαφορές στην ένδυση και στην κόμμωση από τη βρεφική ακόμη ηλικία Ήδη στα δυο τους χρόνια, τα παιδάκια έχουν μια μερική αντίληψη του τι είναι γένος (ξέρουν δηλαδή αν τα ίδια είναι αγόρια ή κορίτσια και μπορούν συνήθως να κατατάξουν και άλλα παιδάκια, όπως και ενήλικες στη μια ή στην άλλη κατηγορία) Αργότερα, τα παιχνίδια, τα παιδικά βιβλία και τα προγράμματα της τηλεόρασης τείνουν να υπογραμμίζουν τις διαφορές μεταξύ γυναικείων και ανδρικών χαρακτηριστικών.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΚΑΙ ΦΥΛΟ Η κάθε κοινωνία έχει ένα σύνολο άγραφων (άτυπων) κανόνων που προσδιορίζουν πώς πρέπει να συμπεριφέρονται τα μέλη της κοινωνίας, δηλαδή ποια είναι η κοινωνικά αναμενόμενη συμπεριφορά. Διαφορετική είναι η αναμενόμενη συμπεριφορά ενός ηλικιωμένου και ενός νεαρού, ενός φτωχού κι ενός πλούσιου, ενός γιατρού κι ενός υδραυλικού, ενός άντρα και μιας γυναίκας. Αντίστοιχα, διαφορετικές είναι οι κοινωνικές προσδοκίες για μια γυναίκα που ζει στην προοδευτική, φιλελεύθερη κοινωνία της Σουηδίας και για μια γυναίκα που ζει στη συντηρητική και φονταμενταλιστική Αίγυπτο. Το περιεχόμενο του ρόλου είναι ακριβώς η “σωστή”, δηλαδή κοινωνικά αναμενόμενη συμπεριφορά. Επομένως, οι κοινωνικές προσδοκίες αποτυπώνονται σε κοινωνικούς ρόλους. Παραδοσιακά, η αναμενόμενη συμπεριφορά για τα κορίτσια και τις νεαρές κοπέλες ήταν να είναι υποχωρητικές, συναισθηματικές, παθητικές και εξαρτημένες. Τα κορίτσια ανατρέφονται ακόμη και σήμερα με την ιδέα ότι τα φυσικά τους ένστικτα θα τα οδηγήσουν στη μητρότητα και στην ανατροφή παιδιών. Αντίθετα, τα αγόρια κοινωνικοποιούνται μαθαίνοντας να είναι ανεξάρτητα, επιθετικά και πάντως να μη δείχνουν τα συναισθήματά τους. Η αυτονομία, ο έλεγχος, η επιρροή και η δύναμη είναι έννοιες ταυτόσημες με τον αντρικό παραδοσιακό ρόλο. Πού βασίζεται η σεξουαλική κατανομή εργασίας; Επί αιώνες βασιζόταν στον βιολογικό ντετερμινισμό. • Είναι “φυσιολογικό” για τις γυναίκες να είναι μητέρες. • Ο “φυσικός” χώρος των γυναικών είναι το σπίτι τους. • Οι γυναίκες είναι “από τη φύση τους” τρυφερές, υπάκουες, εξαρτώμενες. Οι παραδοσιακοί ρόλοι ως μέσο κοινωνικού ελέγχου Οι παραδοσιακοί ρόλοι καθηλώνουν τις γυναίκες στην ιδιωτική σφαίρα (στην ανάπτυξη οικοκυρικής δραστηριότητας) και τις εμποδίζουν να αναπτύξουν δημόσια, δηλαδή πολιτική δράση. Τα μέλη μειονοτήτων έχουν μειωμένες προσδοκίες για απόκτηση κοινωνικής ισχύος και προνομίων κι έτσι ενισχύουν την προνομιακή θέση των κυρίαρχων ομάδων.
Πανεπιστήμιο Αθηνών/Τμήμα Μ.Ι.Θ.Ε. Κοινωνιολογία των Έμφυλων Σχέσεων Δρ. Ασπασία Τσαούση 3 Μαρτίου 2006
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ
Πρόκειται για την διαδικασία με την οποία ο έφηβος εντάσσεται στην κοινωνία, αποκτώντας μια συγκεκριμένη κοινωνική συμπεριφορά.
Χαρακτηριστικά της κοινωνικοποίησης του εφήβου
Ο έφηβος νοιώθει έντονη επιθυμία να ανεξαρτητοποιηθεί από την οικογένεια του και να δημιουργήσει το δικό του κύκλο ατόμων, κυρίως συνομήλικων του. Οι εφηβικές ομάδες αποτελούν ένα είδος μικρής και κλειστής κοινωνίας με δικό τους κώδικα επικοινωνίας και με προσωπική ταυτότητα σε κάθε ομάδα (ανάλογα με το είδος της μουσικής, του ντυσίματος και της γλώσσας που χρησιμοποιείται).
Η κοινωνικοποίηση του εφήβου και η τάση του για ανεξαρτητοποίηση γίνεται αυτοσκοπός. Είναι ένας αγώνας για ψυχολογική ελευθερία, να είναι δηλαδή ο εαυτός του. Με τις δικές του επιλογές, συναναστροφές, το δικό του προσωπικό χώρο.
Διάλογος και σεβασμός
Τόσο η πρώιμη παραχώρηση της ανεξαρτησίας, όσο και η απόκρουση κάθε μορφής ελευθερίας ενέχει κινδύνους για τον ίδιο τον έφηβο όσο και για τις σχέσεις του με τους γονείς. Υπάρχει πάντα η μέση λύση ώστε να αποφευχθούν οι υπερβολές, μία λύση που θα ορισθεί από κοινού με τον έφηβο με βάση τον διάλογο.
Η διακριτικότητα και ο σεβασμός εκ μέρους των γονέων για τη σχέση του εφήβου με άλλα άτομα είναι δεδομένη καθώς δεν πρέπει να μπερδεύεται με τη λογική ανησυχία τους για τις καινούριες φιλίες του παιδιού τους.
Οι κοινωνικές δεξιότητες που θα αποκτήσει το νέο άτομο, οι νέες του φιλίες και οι σχέσεις του με το άλλο φύλο με το χρόνο θα επεκτείνονται και θα ωριμάζουν, προετοιμάζοντας τον με αρμονία για την είσοδο του στην ενήλικη ζωή.
Κοινωνικά στερεότυπα
Κοινωνική/έμφυλη ταυτότητα ή ταυτότητα φύλου
Ταυτότητα φύλου ή έμφυλη ταυτότητα είναι η αντίληψη ενός ανθρώπου για το φύλο του. Σε όλες τις κοινωνίες υπάρχει μία φόρμα φύλων που αποτελεί βάση για τη διαμόρφωση της κοινωνικής ταυτότητας ενός ατόμου όσον αφορά στην αλληλεπίδρασή του με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.
Στις περισσότερες κοινωνίες, ο βασικός διαχωρισμός των έμφυλων συμπεριφορών διακρίνεται στους άνδρες και στις γυναίκες, ένα δίπολο φύλων, το οποίο και ακολουθούν οι περισσότεροι, το οποίο επιβάλλει συμμόρφωση στις αντιλήψεις της αρρενωπότητας ή της θηλυκότητας σε όλες τις μορφές του φύλου: βιολογικό φύλο, ταυτότητα φύλου και έκφραση φύλου.
Σε όλες τις κοινωνίες, υπάρχουν άτομα που δεν ταυτίζονται με όλα τα χαρακτηριστικά του φύλου που τους αποδόθηκε κατά τη γέννηση, ορισμένα εκ τον οποίων είναι τρανς ή άτομα με ασαφή ταυτότητα φύλου. Κάποιες κοινωνίες έχουν κατηγορίες τρίτου φύλου. Ο πυρήνας της ταυτότητας του φύλου διαμορφώνεται στην ηλικία των τριών. Μετά τα τρία, είναι τρομερά δύσκολο να αλλάξεις και οι προσπάθειες επαναπροσδιορισμού μπορεί να οδηγήσει σε δυσφορία φύλου. Αμφότεροι βιολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες φέρονται να επηρεάζουν τη μορφολογία του φύλου.
Χρησιμοποιούμε τη λέξη «φύλο» όταν αναφερόμαστε στα δύο γένη, το αρσενικό και το θηλυκό, τον άντρα και τη γυναίκα και χαρακτηρίζουμε με τον όρο αυτό βασικά τις βιολογικές – σωματικές του ιδιαιτερότητες. Με σύγχρονες διαγνωστικές μεθόδους1 το φύλο μπορεί να διαπιστωθεί κιόλας από τον πέμπτο μήνα της κύησης.
Στη διαφοροποίηση του αρσενικού και του θηλυκού φύλου επιδρούν οι ενδοκρινείς αδένες οι οποίοι και καθορίζουν αυτές τις βασικές βιολογικές διαφορές. Η αντίληψη, ότι οι βιολογικές ανατομικές διαφορές ήταν οι αποκλειστικές αιτίες διαφοροποίησης των φύλων, δέχτηκε τα τελευταία χρόνια έντονη κριτική έπειτα από διαπιστώσεις ότι και οι βιολογικές διαφορές είναι ελάχιστες και ότι περιορίζονται σε λίγα μορφολογικά, ποσοτικά στοιχεία. Μάλιστα από άποψη φυσιολογίας διαπιστώθηκε ότι σε καθένα από τα φύλα συνυπάρχει και η γενετήσια ορμόνη του άλλου φύλου. Γι’ αυτό και κάθε οργανισμός είναι ως ένα βαθμό σεξουαλικά διφυής.
Είναι γνωστό ότι το φύλο του παιδιού καθορίζεται από την κυριαρχία του ενός από τα χρωμοσώματα* (αρσενικό 23 ΧΥ και θηλυκού 23 ΧΧ χρωμοσώματα). Αξιοπρόσεκτη βιολογική διαφορά είναι οι συλλήψεις (κυήσεις) αγοριών που είναι περισσότερες από τις συλλήψεις κοριτσιών. Μια εξισορρόπηση φαίνεται να επέρχεται με το διαπιστωμένο γεγονός ότι η αναλογία αρρένων – θηλέων στις αποβολές είναι 200:100 και στους θανάτους κατά τη γέννηση 130:10. Ακόμη διαπιστώνεται ότι η υπεροχή των αντρών σε σωματική δύναμη2 ενώ οι γυναίκες εμφανίζονται ανθεκτικότερες σε αντίξοες συνθήκες ζωής.
O ρόλος του φύλου
Υπάρχει επίσης μία διαφοροποίηση του ρόλου των φύλων στην αναπαραγωγή. Η διαφοροποίηση αυτή φαίνεται στο ότι η κύηση, ο τοκετός και ο θηλασμός έχουν από τη φύση επιφυλαχτεί για τη γυναίκα. Εδώ τελειώνουν όλες οι βιολογικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Ό,τι διαπιστώνει κανείς στη συνέχεια ως διαφορά δεν είναι παρά αποτέλεσμα περιβαλλοντικών, κοινωνικοπολιτισμικών επιδράσεων ή αγωγής. Το άτομο δέχεται διάφορες πιέσεις και επιδράσεις προς τις οποίες και συμμορφώνεται και διαμορφώνει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με το ρόλο που καλείται να «παίξει» στην κοινωνία, δηλαδή το συγκεκριμένο ρόλο του θηλυκού ή αρσενικού.
Με άλλα λόγια, κάθε κοινωνία δημιουργεί αντίστοιχα προς το κάθε φύλο ένα πρότυπο συμπεριφοράς. Η δική μας π.χ. κοινωνία είχε συνδέσει με τη συμπεριφορά του αγοριού την προσδοκία για επιθετικότητα – κυριαρχικότητα και με τη συμπεριφορά του κοριτσιού την προσδοκία για σεμνότητα – υποτακτικότητα. Πρόκειται δηλαδή για μια ειδική σχετική με το φύλο κοινωνικοποίηση που ως εσωτερική διαδικασία αρχίζει κιόλας στο τέλος του δεύτερου χρόνου ζωής του ατόμου (με την αυτοαναγνώριση – «είμαι αγόρι / κορίτσι» - και με βάση την εξωτερική εικόνα. Δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι η συμπεριφορά του άντρα και της γυναίκας και οι αντίστοιχοι ρόλοι τους διαμορφώνονται κυρίως από περιβαλλοντικές επιδράσεις και από τη σχετκή αγωγή. Κρίσιμες γι’ αυτή τη διαμόρφωση ηλικίες είναι η πρώτη παιδική ηλικία (2-6 χρόνων) και η εφηβική ηλικία.
Η παραπάνω άποψη για την «αυτοαναγνώριση» αποτελεί μία μόνο άποψη που είναι γνωστή ως γνωστική θεωρία (του Κόλμπεργκ / Kohlberg 1973). Η θεωρία αυτή δέχεται την αναγνώριση του φύλου στο οποίο ανήκει το άτομο ως αποτέλεσμα αντίστοιχης επιλογής (μάθησης) τρόπων συμπεριφοράς.
Διατυπώθηκε όμως και η θεωρία της κοινωνικής μάθησης του ρόλου (Μπαντούρα / Bandura κ.ά.) που αντιστοιχεί στο φύλο του ατόμου σύμφωνα με τις προσδοκίες κάθε κοινωνίας. Αυτή αποδίδει τη μάθηση του ρόλου στην κοινωνική ενίσχυση που αρχίζει να δέχεται το παιδί γα ανάλογη προς το φύλο του συμπεριφορά (ή και έλεγχο – επίπληξη για μη «αντίστοιχη» συμπεριφορά, π.χ. «δε φέρονται έτσι τα κοριτσάκια», ή «δεν ντύνονται έτσι» κλπ.).
Η παλιότερη και περισσότερο γνωστή ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ ερμηνεύει τη συμπεριφορά του άντρα και της γυναίκας ως αποτέλεσμα της ταύτισης του ατόμου με τον ομόφυλό του γονέα και της υιοθέτησης των χαρακτηριστικών για το ρόλο του συμπεριφορών. Η ταύτιση αυτή διαδέχεται τον ανταγωνισμό του αγοριού προς τον πατέρα και την ερωτική σύνδεσή του με τη μητέρα («οιδιπόδειο σύμπλεγμα») και του κοριτσιού προς τη μητέρα και την ερωτική σύνδεσή του με τον πατέρα («σύμπλεγμα της Ηλέκτρας») κατά την ηλικία των 3-5 χρόνων. Ο ανταγωνισμός αυτός προκαλεί άγχος. Η μείωση και εξάλειψη του άγχους συμπίπτει με την ταύτιση, την αποδοχή δηλαδή του ρόλου του άντρα από το αγόρι και της γυναίκας από το κορίτσι (σχηματισμός του «υπερεγώ» ως κοινωνικής συνείδησης).
Όμως είναι δυνατό ο γιος να ταυτιστεί ψυχικά με τη μητέρα, αν τύχει να είναι η μητέρα κυριαρχική, οπότε δεν εννοείται η ταύτιση του γιου με τον πατέρα. Σ’ αυτή την περίπτωση η συμπεριφορά του αγοριού είναι δυνατό να μοιάζει πιο πολύ με τη συμπεριφορά της μητέρας (οπότε μιλούμε συνήθως για «κοριτσίστικη» συμπεριφορά του αγοριού). Το αντίστοιχο μπορεί να συμβεί και στο κορίτσι («αγοροκόριτσο»). Μία τέτοια συμπεριφορά, που είναι δηλαδή αντίθετη προς τις προσδοκίες και τις συνηθισμένες στα δικά μας πολιτισμικά πλαίσια εκδηλώσεις («το αγόρι φέρεται σαν αγόρι» κλπ.), δε σημαίνει απαραίτητα ότι αντιστοιχεί σε τάσεις για σύνδεση ερωτική με το ίδιο φύλο. Στην εφηβική πάντως ηλικία που το άτομο αντιμετωπίζει την ενεργοποίηση της σεξουαλικής ορμής, η αποδοχή του ρόλου του ετερόφυλου γονέα μπορεί να οδηγήσει και σε ερωτική σύνδεση του ατόμου με άτομα του δικού του φύλου, πολύ περισσότερο αν συντρέξουν και άλλοι ρόλοι, όπως η έλλειψη επικοινωνίας με άτομα του ίδιου φύλου.
Επίσης η απουσία του πατέρα κατά την παιδική ηλικία είναι αιτία ετερόφυλης ταύτισης του αγοριού, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι κάθε περίπτωση απουσίας έχει ως επακόλουθο την ταύτιση αυτή, γιατί πρότυπο συμπεριφοράς του μπορεί να γίνει κάποιος άλλος άντρας.
Οι απόψεις του Φρόιντ δεν έχουν απόλυτη ισχύ. Εθνολογικές – ανθρωπολογικές έρευνες έδειξαν ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα π.χ., παρατηρείται μόνο εκεί όπου η συμπεριφορά του πατέρα προς το γιο είναι αυστηρή και αυταρχική.
Η κοινωνία μας το σεξουαλικό ρόλο του άντρα και της γυναίκας τον θέλει αμιγή και δεν εγκρίνει τη σύγχυση. Πρόκειται για κριτήρια και κανόνες που καθορίζουν την «ομαλή» σεξουαλική συμπεριφορά, αυτά όμως υπόκεινται σε μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάλογα με τους πολιτισμικούς χώρους και τις εποχές.
Με το ρόλο των φύλων σχετίζεται και το θέμα «στερεότυπα των φύλων» που θεωρούνται αυτονόητα σε κάθε κοινωνία. Το ότι όμως δεν είναι αυτονόητα για κάθε ανθρώπινη κοινωνία το έδειξαν έρευνες που έγιναν από ανθρωπολόγους και εθνοψυχολόγους. Σημαντικές είναι οι διαπιστώσεις της Μάργκαρετ Μιντ (M. Mead 1901-1978) στην Νέα Γουινέα σε τρεις διαφορετικές φυλές που ζούσαν ακόμη σε πρωτόγονη κατάσταση. Οι ρόλοι των δύο φύλων σε μία από αυτές (στη φυλή Τσαμπούλι) ήταν ακριβώς αντίθετοι από ό,τι στο δικό μας (ευρωπαϊκό κυρίως) κοινωνικοπολιτισμικό χώρο. Οι γυναίκες ήταν επιθετικές, καχύποπτες, βίαιες κλπ., ενώ οι άντρες είχαν ενδιαφέρον για την οικιακή ζωή («τα οικιακά») ήταν συνεσταλμένοι, ευαίσθητοι, ευγενικοί και παρουσίαζαν ιδιαίτερη καλλιτεχική διάθεση.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ο αντροκρατικός χαρακτήρας του πολιτισμού μας, σύμφωνα και με τις απόψεις του Άντλερ (Adler 1870-1937), του δεύτερου μετά το Φρόιντ κορυφαίου της Ψυχανάλυσης. Έδινε κατώτερη θέση στη γυναίκα και την κρατούσε μακριά από πολλές δραστηριότητες που αυθαίρετα τις θεωρούσε προνόμιο των αντρών. Γι’ αυτό και είχε περιοριστεί η γυναίκα «στα παιδιά, στην κουζίνα, στην εκκλησία», όπως χαρακτηριστικά λεγόταν.
Και στη χώρα μας εδώ και μερικές δεκαετίες οι γυναίκες δεν μπορούσαν να σπουδάσουν, ούτε να ασχοληθούν με τα κοινά θέματα και την πολιτική! Ελάχιστοι τομείς δράσης ήταν προσιτοί σ’ αυτές, όπως ο χορός και γενικά η καλλιτεχνία, και δόθηκε έτσι η ευκαιρία να αποδειχτούν στους τομείς αυτούς εξίσου ικανές με τους άντρες.
Διαπιστώθηκε ακόμη ότι δεν υπάρχουν διαφορές στις νοητικές ικανότητες ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες και όπου παρατηρήθηκε κάτι τέτοιο δεν ήταν παρά συνάρτηση των διαφορετικών επιδράσεων και ενδιαφερόντων που είχε πάλι δημιουργήσει η διαφορετική αντιμετώπιση του αγοριού και του κοριτσιού από την κοινωνία κατά την ανατροφή, τη διαπαιδαγώγησή του.
Θα μπορούσαμε λοιπόν συμπερασματικά να πούμε ότι τα φύλα δεν είναι κατά βάση διαφορετικά (παρά σε ελάχιστα και μόνο βιολογικά-λειτουργικά στοιχεία), διαφοροποιούνται πολιτισμικά και κοινωνικοοικονομικά. Η διαφοροποίηση αυτή δεν μπορεί να δικαιώσει και να σφραγίσει κάποιο συγκεκριμένο «γυναικείο» ή «αντρικό» ρόλο στην κοινωνική συμβίωση, πολύ περισσότερο, όταν αυτό συνδέεται με έλλειψη ισοτιμίαςανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα.
Με βάση τα παραπάνω η ισοτιμία αυτή από άποψη ψυχολογική είναι αυτονόητη, πολύ περισσότερο αν το θέμα συσχετιστεί με την ανθρώπινη προσωπικότητα. Οι απόψεις για «ένστικτα υποταγής του θηλυκού στο αρσενικό» (πβ. Ε. Παπανούτσου: Ψυχολογία 1970, σ. 172) έρχονται σε πλήρη αντίφαση προς την σύγχρονη αντίληψη για την προσωπικότητα απηχούν παλιές ιδεολογικοπολιτικές θέσεις και δε συμβιβάζονται με τη σύγχρονη Ψυχολογία. Δεν πρόκειται για σχέσεις υποταγής, αλλά για σχέσεις συμβίωσης, συναίνεσης και αλληλοσυμπλήρωσης του άντρα και της γυναίκας. Αυτή η σχέση βοηθάει στην πληρέστερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και των δύο και εξασφαλίζει ομαλές σχέσεις στα άτομα και την ανθρώπινη κοινωνία.
Οι νέες επιστημονικές διαπιστώσεις, η αντίστοιχη διαφοροποίηση των αντιλήψεων για τα φύλα και τους ρόλους τους, τα γνωστά διαφωτιστικά κινήματα για εδραίωση της ισοτιμίας αντρών και γυναικών διαμορφώνουν γενικότερα νέα νοοτροπία για τις σχέσεις των δύο φύλων. Σ’ αυτή παίζει σημαντικό ρόλο η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών που συμβάλλει στην αλληλοαναγνώριση και αλληλοεκτίμηση και προετοιμάζει τα άτομα για μια απρόσκοπτη κοινωνική συμβίωση. Οι αντιρρήσεις που προβάλλουν ορισμένοι για τη συνεκπαίδευση εξηγούνται από το ότι ο συγχρωτισμός αγοριών και κοριτσιών δεν θεωρείται ακόμη αυτονόητη και φυσική κατάσταση, όπως ουσιαστικά είναι.
1. Με τη χρήση υπερήχων και την αμνιοκέντηση.
2. Και η σωματική δύναμη των αντρών θεωρείται βασικά αποτέλεσμα του καταμερισμού της εργασίας στην πρωτόγονη κοινωνία.
Το περιεχόμενο των στερεοτύπων
Η προκατάληψη είχε οριστεί από τον Allport τη δεκαετία του 1950 ως μίσος και αντιπάθεια. Παρόλα αυτά ήδη εκείνη την εποχή είχε διατυπωθεί πως η απουσία αρνητικής στάσης και αντιλήψεων απέναντι σε κάποιον (άτομο ή ομάδα) δε σημαίνει απαραίτητα και απουσία προκατάληψης. Αυτή η παρατήρηση αφορά το περιεχόμενο των στερεοτύπων. Πέρα από τη διαδικασία σχηματισμού των στερεοτύπων (σε ενδοατομικό και ομαδικό επίπεδο) η μελέτη του περιεχομένου που παίρνουν τα στερεότυπα έχει απασχολήσει την κοινωνικοψυχολογική έρευνα.
Έχει προταθεί πως το περιεχόμενο των στερεοτύπων εμπεριέχει ένα θετικό κι ένα αρνητικό στοιχείο. Ικανότητα και θέρμη, έμφαση στην επίτευξη ή έμφαση στο κοινό καλό (agentic versus communal). Αυτή η ιδέα της διπλής διάστασης των στερεοτύπων ενυπάρχει και στον Asch(1946) ο οποίος σύγκρινε ένα πρόσωπο ικανό και ψυχρό κι ένα πρόσωπο ικανό και θερμό. Το θερμός/ψυχρός αποτελεί τη μια διάσταση του περιεχομένου του στερεοτύπου και ενώ η ικανότητα αποτελεί την άλλη. Ο Asch κρατούσε την ικανότητα σταθερή (γενναιόδωρος, έξυπνος, ευτυχισμένος, ευδιάθετος, δημοφιλής, αξιόπιστος, φιλάνθρωπος, σοβαρός, συγκρατημένος) και άλλαζε την άλλη διάσταση (θερμός/ψυχρός) προκαλώντας τελείως διαφορετικές αντιδράσεις (όπως και στο πείραμά μας). Έχουμε δηλαδή δύο περιπτώσεις, στη μια το ικανό πρόσωπο μας είναι συμπαθές ενώ στην άλλη όχι.
Έχει προταθεί πως αυτό που διαμορφώνει το περιεχόμενο των στερεοτύπων είναι η δομή των σχέσεων ανάμεσα σε δύο ομάδες. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση αυτό που διαμορφώνει τα στερεότυπα είναι οι κοινωνικοί ρόλοι που λαμβάνουν τα άτομα. Τα φυλετικά στερεότυπα διαμορφώνονται από τους διαφορετικούς ρόλους που καταλαμβάνουν τα δύο φύλα κοινωνικά. Το επάγγελμα που ασκεί κάποιος διαμορφώνει και το περιεχόμενο του στερεότυπου που του αποδίδεται (Campbell, 1967). Η Eagly (1987) για παράδειγμα έδειξε πειραματικά πως τα στερεότυπα για τα δύο φύλα προκύπτουν από τους διαφορετικούς ρόλους που αναλαμβάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες στην κοινωνία. Οι γυναίκες στη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών και οι άνδρες ως εξασφαλιστές των απαραίτητων για τη συντήρηση μιας οικογένειας. Οι θεωρίες αυτές υποθέτουν πως υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στα στερεότυπα, δηλαδή καθρεφτίζουν υπαρκτές διαφορές. Αυτό που δεν απαντά η θεωρία είναι πως δημιουργήθηκαν αυτές οι διαφορές.
Μια άλλη προσέγγιση που εξετάζει τις δομικές σχέσεις ανάμεσα σε ομάδες ως κεντρικές στη διαμόρφωση του περιεχομένου του στερεοτύπων είναι αυτή των Glick και Fiske (2001). Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση τα στερεότυπα διαμορφώνονται σε σχέση με το κοινωνικό στάτους και το είδος της αλληλεξάρτησης (ανταγωνισμός ή συνεργασία) που έχουν οι ομάδες μεταξύ τους. Το στάτους συνδέεται με την ικανότητα και η αλληλεξάρτηση με τη θέρμη. Ομάδες και άτομα χαρακτηρίζονται και με τις δύο διαστάσεις κι ανάλογα με το στάτους και την αλληλεξάρτηση μπορεί να είναι ψηλά στη μια διάσταση και χαμηλά στην άλλη ή αντίστροφα αλλά ποτέ ψηλά και στις δύο διαστάσεις. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση μια ομάδα να είναι χαμηλά και στις δύο διαστάσεις. Παρόλα αυτά αυτό είναι σπάνιο. Εκτός αν πρόκειται για τη δική μας ομάδα που υπερτερεί φυσικά (βάσει της θεωρίας της κοινωνικής ταυτότητας) σε όλα τα χαρακτηριστικά. Εκτός αν η ομάδα σύγκρισης έχει «αντικειμενικό» προβάδισμα σε σχέση με την ικανότητα. Σε σχέση με τη θέρμη τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα.
Βάσει αυτής της προσέγγισης της διπλής φύσης των στερεοτύπων μπορεί να υπάρχει προκατάληψη ακόμη κι αν μια ομάδα περιγράφεται θετικά. Είτε στη διάσταση της ικανότητας (π.χ. οι μετανάστες μας είναι αντιπαθείς αλλά συγχρόνως μπορεί να είναι πετυχημένοι, να τα έχουν καταφέρει πολύ καλά) είτε στη διάσταση της θέρμης (π.χ. οι ηλικιωμένοι μπορεί να περιγράφονται ως συμπαθείς αλλά συγχρόνως ως άνθρωποι που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα).
Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε τη διπλή φύση της προκατάληψης. Η προκατάληψη μπορεί δηλαδή να πάρει δύο μορφές: την πατερναλιστική και την εχθρική. Στην πατερναλιστική προκατάληψη η άλλη ομάδα θεωρείται συμπαθής αλλά ανίκανη (επομένως χρήζει προστασίας). Κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες. Στην εχθρική προκατάληψη η άλλη ομάδα θεωρείται ικανή αλλά αντιπαθής. Τέτοιο είναι το παράδειγμα με τους μετανάστες, τους Τούρκους και άλλους «εχθρούς». Η προκατάληψη μπορεί να είναι και απόλυτα αρνητική, δηλαδή μια ομάδα να περιγράφεται ως ψυχρή και ανίκανη συγχρόνως (κοινωνικό βάρος). Αυτό που πρέπει να έχουμε στο νου μας είναι η χρησιμότητα των στερεοτύπων στη δικαιολόγηση του κοινωνικού κόσμου, των σχέσεων δηλαδή που διαμορφώνονται γύρω μας.










